| Κύριες μεταφράσεις |
| private adj | (not public) (μη δημόσιος) | ιδιωτικός επίθ |
| | They flew to America on a private jet. |
| | Πέταξαν για την Αμερική με ιδιωτικό τζετ. |
| private adj | (personal) | ιδιωτικός, προσωπικός επίθ |
| | Don't ask him any questions about his private life. |
| | Μην του κάνεις ερωτήσεις για την ιδιωτική του ζωή. |
| private adj | (secret) | μυστικός, κρυφός επίθ |
| | Please keep this private, but I am dating somebody new. |
| private adj | (confidential) (δεν πρέπει να μαθευτεί) | εμπιστευτικός, απόρρητος επίθ |
| | (δεν αφορά άλλους) | ιδιωτικός, ιδιαίτερος επίθ |
| | They stepped away from the others for a moment of private conversation. |
Σύνθετοι τύποι:
|
| in private adv | (not publicly) | ιδιωτικά επίρ |
| | He asked to speak to me in private. |
| own brand n | UK (private label: for a specific retailer) | προϊόν ιδιωτικής ετικέτας φρ ως ουσ ουδ |
| own-brand n as adj | UK (private label: of a specific retailer) | ιδιωτικής ετικέτας φρ ως επίθ |
| PI n | initialism (private investigator) | ντέντεκτιβ ουσ αρσ/θηλ άκλ |
| | | ιδιωτικός ερευνητής, ιδιωτική ερευνήτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ |
| | Stella hired a PI to find out who her husband was going out to meet every night. |
private detective, private investigator n | (privately-hired investigator) | ντετέκτιβ, ντέντεκτιβ ουσ αρσ/θηλ άκλ |
| | | ιδιωτικός ντετέκτιβ επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
| | (επίσημο) | ιδιωτικός ερευνητής, ιδιωτική ερευνήτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ |
| | She hired a private detective to see if her husband was cheating. |
| private enterprise n | (economic doctrine) | ιδιωτική επιχείρηση επίθ + ουσ θηλ |
| private eye n | informal (privately-hired detective) | ντετέκτιβ, ντέντεκτιβ ουσ αρσ/θηλ άκλ |
| | Thompson hired a private eye to find out if his wife was having an affair. |
| private housing estate n | (privately owned group of homes) | ιδιωτικό συγκρότημα κατοικιών φρ ως ουσ ουδ |
| private label n | (store's own brand) | ιδιωτική ετικέτα επίθ + ουσ θηλ |
| private lessons npl | (paid individual tuition) | ιδιαίτερα μαθήματα επίθ + ουσ ουδ πλ |
| | | ιδιαίτερα επίθ ως ουσ ουδ |
| | I have private lessons with Miss Pickett. |
private parts, privates npl | (genitalia) | γεννητικά όργανα επίθ + ουσ ουδ πλ |
| | (μτφ: κυρίως για γυναίκες) | ευαίσθητη περιοχή επίθ + ουσ θηλ |
| private person n | ([sb] who values their privacy) | που κρατά τα προσωπικά του για τον εαυτό του περίφρ |
| | (μεταφορικά) | κλειστός επίθ |
| | | που διατηρεί την ιδιωτικότητά του περίφρ |
| | | μυστικοπαθής επίθ |
| | Fred doesn't share many details of his life with his co-workers; he is a private person. |
| private practice n | (profession: independent) | ιδιωτικό γραφείο επίθ + ουσ ουδ |
| | (γιατρός) | ιδιωτικό ιατρείο επίθ + ουσ ουδ |
| | (είδος σχέσης εργασίας) | ιδιωτικό επάγγελμα επίθ + ουσ ουδ |
| | My doctor no longer works at that big clinic; he has gone into private practice. |
| private practice n | (freelance work) | ιδιωτεύω ρ αμ |
| | (κατά λέξη) | ιδιωτικό επάγγελμα επίθ + ουσ ουδ |
| | If you become a Certified Public Accountant, you can do private practice. |
| private school n | (privately-run school) | ιδιωτικό σχολείο επίθ + ουσ ουδ |
| | (καθομιλουμένη) | ιδιωτικό επίθ ως ουσ ουδ |
| | Did you attend public or private school? |
| private sector | (economics) | ιδιωτικός τομέας επίθ + ουσ αρσ |
| private tutor n | (teacher for one person) | καθηγητής, καθηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | | καθηγητής που κάνει ιδιαίτερα, καθηγήτρια που κάνει ιδιαίτερα περίφρ |
| | The family hired a private tutor for their son. |
semiprivate, semi-private adj | (partly private) | ημιδημόσιος επίθ |
| | | ημιιδιωτικός επίθ |