Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Private Member


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο private παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Private | Member

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
private adj (not public) (μη δημόσιος)ιδιωτικός επίθ
 They flew to America on a private jet.
 Πέταξαν για την Αμερική με ιδιωτικό τζετ.
private adj (personal)ιδιωτικός, προσωπικός επίθ
 Don't ask him any questions about his private life.
 Μην του κάνεις ερωτήσεις για την ιδιωτική του ζωή.
private adj (secret)μυστικός, κρυφός επίθ
 Please keep this private, but I am dating somebody new.
private adj (confidential) (δεν πρέπει να μαθευτεί)εμπιστευτικός, απόρρητος επίθ
  (δεν αφορά άλλους)ιδιωτικός, ιδιαίτερος επίθ
 They stepped away from the others for a moment of private conversation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
private adj (secluded)απομονωμένος μτχ πρκ
  (ελαφρώς αρνητικό)απόμερος επίθ
 Just below the cliff was a very private stretch of beach.
private n (military rank)απλός στρατιώτης επίθ + ουσ αρσ
 He was just a private - the lowliest rank in the army.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in private adv (not publicly)ιδιωτικά επίρ
 He asked to speak to me in private.
own brand n UK (private label: for a specific retailer)προϊόν ιδιωτικής ετικέτας φρ ως ουσ ουδ
own-brand n as adj UK (private label: of a specific retailer)ιδιωτικής ετικέτας φρ ως επίθ
PI n initialism (private investigator)ντέντεκτιβ ουσ αρσ/θηλ άκλ
  ιδιωτικός ερευνητής, ιδιωτική ερευνήτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 Stella hired a PI to find out who her husband was going out to meet every night.
private detective,
private investigator
n
(privately-hired investigator)ντετέκτιβ, ντέντεκτιβ ουσ αρσ/θηλ άκλ
  ιδιωτικός ντετέκτιβ επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  (επίσημο)ιδιωτικός ερευνητής, ιδιωτική ερευνήτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 She hired a private detective to see if her husband was cheating.
private enterprise n (economic doctrine)ιδιωτική επιχείρηση επίθ + ουσ θηλ
private eye n informal (privately-hired detective)ντετέκτιβ, ντέντεκτιβ ουσ αρσ/θηλ άκλ
 Thompson hired a private eye to find out if his wife was having an affair.
private housing estate n (privately owned group of homes)ιδιωτικό συγκρότημα κατοικιών φρ ως ουσ ουδ
private label n (store's own brand)ιδιωτική ετικέτα επίθ + ουσ θηλ
private lessons npl (paid individual tuition)ιδιαίτερα μαθήματα επίθ + ουσ ουδ πλ
  ιδιαίτερα επίθ ως ουσ ουδ
 I have private lessons with Miss Pickett.
private parts,
privates
npl
(genitalia)γεννητικά όργανα επίθ + ουσ ουδ πλ
  (μτφ: κυρίως για γυναίκες)ευαίσθητη περιοχή επίθ + ουσ θηλ
private person n ([sb] who values their privacy)που κρατά τα προσωπικά του για τον εαυτό του περίφρ
  (μεταφορικά)κλειστός επίθ
  που διατηρεί την ιδιωτικότητά του περίφρ
  μυστικοπαθής επίθ
 Fred doesn't share many details of his life with his co-workers; he is a private person.
private practice n (profession: independent)ιδιωτικό γραφείο επίθ + ουσ ουδ
  (γιατρός)ιδιωτικό ιατρείο επίθ + ουσ ουδ
  (είδος σχέσης εργασίας)ιδιωτικό επάγγελμα επίθ + ουσ ουδ
 My doctor no longer works at that big clinic; he has gone into private practice.
private practice n (freelance work)ιδιωτεύω ρ αμ
  (κατά λέξη)ιδιωτικό επάγγελμα επίθ + ουσ ουδ
 If you become a Certified Public Accountant, you can do private practice.
private school n (privately-run school)ιδιωτικό σχολείο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)ιδιωτικό επίθ ως ουσ ουδ
 Did you attend public or private school?
private sector (economics)ιδιωτικός τομέας επίθ + ουσ αρσ
private tutor n (teacher for one person)καθηγητής, καθηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  καθηγητής που κάνει ιδιαίτερα, καθηγήτρια που κάνει ιδιαίτερα περίφρ
 The family hired a private tutor for their son.
semiprivate,
semi-private
adj
(partly private)ημιδημόσιος επίθ
  ημιιδιωτικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Private Member στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Private Member».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!